Ποιες είναι οι συνηθέστερες αλλεργικές αντιδράσεις που εμφανίζονται το καλοκαίρι και πώς εκδηλώνονται;

Ένας από τους κανόνες της Αλλεργιολογίας είναι ότι όσο πιο πολύ εκτίθεται κανείς σε αλλεργιογόνους παράγοντες, τόσο πιο πιθανό είναι να εμφανίσει αλλεργίες. Η εποχή του καλοκαιριού χαρακτηρίζεται από ορισμένες ειδικές εκδηλώσεις που οφείλονται αφενός στην αυξημένη έκθεση λόγω τρόπου ζωής, αφετέρου στην καθ’υπεροχή ύπαρξη την εποχή αυτή ειδικών αλλεργιογονικών παραγόντων.

Καταρχάς το καλοκαίρι πολλαπλασιάζονται τα κρούσματα αλλεργίας σε υμενόπτερα, δηλαδή μέλισσες και σφήκες. Η αντίδραση μετά από νυγμό ποικίλλει και εξαρτάται από πολλούς παράγοντες (κυριότερος από τους οποίους είναι το είδος της αντίδρασης σε προηγούμενο νυγμό από το ίδιο έντομο). Στην καλύτερη περίπτωση δεν παρατηρείται τίποτα ή εμφανίζεται τοπικά οίδημα και πόνος που μπορεί να κρατήσει 2-3 ημέρες. Πιο βαρειά είναι η γενικευμένη δερματική αντίδραση με τη μορφή της γενικευμένης κνίδωσης ή και αγγειοοιδήματος (οιδήματος, δηλαδή στα βλέφαρα, τα χείλια, τα πτερύγια των αυτιών κ.λπ.). Η πιο σημαντική και δυνητικά επικίνδυνη για τη ζωή αντίδραση είναι η αναφυλαξία. Ως αναφυλαξία ορίζεται η ταυτόχρονη εμφάνιση συμπτωμάτων από δύο ή περισσότερα συστήματα. Συνήθως το ένα από αυτά είναι το δέρμα (είτε με τη μορφή της κνίδωσης που προαναφέρθηκε, είτε ως flushingδηλαδή ερυθρότητα και αίσθημα θερμότητας). Το άλλο σύστημα μπορεί να είναι το αναπνευστικό (εκδηλώνεται ως αλλοίωση της φωνής ή του κλάματος στα παιδιά, βράγχνιασμα, βήχας, καταρροή ή δύσπνοια), το γαστρεντερικό (έμετοι), το γεννητικό (συσπάσεις της μήτρας σε γυναίκες) και το καρδιαγγειακό (υπόταση, λιποθυμία). Η τελευταία περίπτωση συνιστά το αναφυλακτικό σοκ.

Το καλοκαίρι έχουμε μεγάλη έκθεση και σε άλλα έντομα όπως τα κουνούπια, οι σκνήπες κ.ά. Οι γνήσια αλλεργικές αντιδράσεις σε ενδεχόμενους νυγμούς είναι εξαιρετικά σπάνιες. Πρέπει να τονιστεί ωστόσο ότι σε προδιατεθειμένα άτομα, κυριότερη κατηγορία των οποίων είναι τα παιδιά με δερμογραφισμό ή και ατοπική δερματίτιδα, το τσίμπημα από ένα κουνούπι, για παράδειγμα, μπορεί να προκαλέσει πολύ μεγάλη τοπική αντίδραση με έντονο κνησμό και δευτερογενή επιμόλυνση. Δεν είναι σπάνια η εικόνα ασθενών με πομφούς σε όλο το σώμα μετά από επανειλημένα τσιμπήματα ανάλογων εντόμων. Το ευτύχημα στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι σπανιότατα περιγράφονται αναφυλαξίες από τέτοιους νυγμούς. Σπάνιες είναι οι αναφυλαξίες και από θαλάσσιους οργανισμούς όπως οι τσούχτρες, οι αχινοί κ.λπ. Στις περιπτώσεις βέβαια αυτές κύρια χαρακτηριστικά είναι ο έντονος πόνος, η αίσθηση καύσου και η λύση της συνέχειας του δέρματος που προκαλεί πολύ ευκολότερα δευτερογενή δερματική λοίμωξη.

Σχετική με τη θάλασσα είναι και η κνίδωση εκ ψύχους. Πρόκειται για φυσική κνίδωση που οφείλεται στην έκθεση του ασθενούς σε χαμηλή θερμοκρασία όπως μπορεί να είναι αυτή της θάλασσας. Τα συμπτώματα συνήθως εμφανίζονται μετά την έξοδο από το νερό κατά την επαναθέρμανση του δέρματος και μπορεί να είναι αμιγώς δερματικά, δηλαδή πομφοί σε όλο το σώμα ή μόνο στα μέρη του που μπήκαν στο νερό, μπορεί όμως να γίνουν και συστηματικά οπότε έχουμε αναφυλαξία ακριβώς με τον τρόπο που περιγράφηκε και παραπάνω σχετικά με τα υμενόπτερα.

Τέλος, το καλοκαίρι εμφανίζονται συχνότερα τροφικές αλλεργίες κυρίως σε θαλασσινά, όπως ψάρια σε παιδιά και καρκινοειδή (γαρίδες, καραβίδες κ.ά.) σε ενήλικες,καθώς και φρούτα όπως το ροδάκινο, το ακτινίδιο, το σταφύλι κ.ά. Πρόκειται για αντιδράσεις που ακολουθούν άμεσα και μέχρι 1 με 2 το πολύ ώρες τη βρώση, ακόμα και πολύ μικρής ποσότητας του τροφίμου. Σπανιότατα ακόμα και μόνο η επαφή με αυτό μπορεί να προκαλέσει συστηματική αντίδραση.

 

Ποια μέτρα προφύλαξης μπορεί να πάρει κάποιος;

Η προφύλαξη εξαρτάται από το ιστορικό προηγούμενων εκθέσεων. Αν ο ασθενής γνωρίζει ότι είναι αλλεργικός σε υμενόπτερο, σε κάποιο τρόφιμοή το ψύχος η αποφυγή είναι το Α και το Ω.

Τα υμενόπτερα επιτίθενται όταν βρίσκονται σε άμυνα και επομένως θα πρέπει να μην προκαλούνται. Χρήσιμοείναινααποφεύγονται δραστηριότητες όπως υπαίθρια γεύματα, περπάτημα χωρίς παπούτσια, η κηπουρική (ιδιαίτερα το κλάδεμα φυτών), η συλλογή φρούτων, η απομάκρυνση φωλιών από στέγες, σοφίτες κ.λπ. και η διαμονή κοντά σε μελίσσια. Επίσης ρούχα με έντονα χρώματα ή μοτίβα λουλουδιών προσελκύουν τα υμενόπτερα. Η χρήση εντομοαπωθητικών και σίτας στα κουφώματα μειώνει την πιθανότητα νυγμού από κουνούπια και άλλα έντομα και προτείνεται για παιδιά με γνωστές έντονες δερματικές αντιδράσεις.Αντίθετα, ο ύπνος σε σκηνές ή την ύπαιθρο αυξάνει την πιθανότητα νυγμών.

Αν ο ασθενής έχει γνωστή τροφική αλλεργία σε ροδάκινο ή άλλα φρούτα (ανάλογα με τις εξετάσεις του) θα πρέπει να αποφεύγει τη βρώση μεγάλων ποσοτήτων ειδικά αν έχει και κάποιους επιπλέον παράγοντες όπως ιογενή συνδρομή, αν πρόκειται να αθληθεί, αν έχει έμμηνο ρύση (κορίτσια και γυναίκες) ή αν είναι νηστικός. Προσοχή όμως! Ακόμα και ελάχιστες ποσότητες μπορεί να είναι επικίνδυνες και για αυτό θα πρέπει να ακολουθεί  τη συμβουλή του αλλεργιολόγου του. Αναφορικά με τις αλλεργίες σε θαλασσινά, χρειάζονται πολύ μεγάλη προσοχή τα γεύματα σε ταβέρνες και εστιατόρια. Ακόμη κι αν δε παραγγελθεί ψάρι ή άλλο θαλασσινό, το τηγάνισμα για παράδειγμα σε λάδι όπου είχε τηγανιστεί προηγουμένως ψάρι μπορεί να προκαλέσει αντίδραση. Γι’αυτό θα πρέπει οι εστιάτορες να ενημερώνονται για τις αλλεργίες και να φροντίζουν επιμελώς την αποφυγή επαφής με τα υπεύθυνα τρόφιμα.

Δυστυχώς, όμως, τις περισσότερες φορές οι αλλεργικές αντιδράσεις την πρώτη φορά εκδηλώνονται εν αιθρία και χωρίς να μπορούν να προβλεφθούν. Σπάνια εξαίρεση αποτελούν ασθενείς με γνωστή μαστοκυττάρωση (υμενόπτερα) ή άλλες φυσικές κνιδώσεις (κνίδωση εκ ψύχους)οι οποίοι έχουν αυξημένο κίνδυνο αντίδρασης. Επομένως, επί απουσίας συμβατού ιστορικού, οι προληπτικές διαγνωστικές εξετάσειςδεν έχουν αξία (τις περισσότερες φορές) και γι’αυτό δεν συνίσταται η τέλεσή τους.

 

Πώς αντιμετωπίζονται όταν εμφανιστούν;

Εξαρτάται πάντα από το είδος και την ένταση της αντίδρασης. Αν πρόκειται για αμιγώς δερματικές εκδηλώσεις τα αντιισταμινικά είναι τα φάρμακα πρώτης γραμμής. Αν πρόκειται για μονήρεις βλάβες μπορεί να χρησιμοποιηθεί μια αντιισταμινική κρέμα που θα δράσει τοπικά μειώνοντας τον κνησμό και το οίδημα. Αν αντίθετα η κνίδωση είναι πιο γενικευμένη θα πρέπει να δοθεί από του στόματος αντιισταμινικό, κατά προτίμηση νέας γενιάς (π.χ. δεσλοραταδίνη ή λεβοσετιριζίνη) καθώς έχει πολύ λιγότερες παρενέργειες, όπως υπνηλία, σε σχέση με τα πρώτης γενεάς. Πλέον τα σκευάσματα αυτά έχουν ένδειξη και από πολύ μικρή ηλικία και μπορούν να χορηγηθούν. Σε μικρότερες ηλικίες χρησιμοποιούμε υδροξυζίνη.

Εδώ καλό είναι να γίνουν δύο παρατηρήσεις: πρώτον, σε περίπτωση που ο κνησμός είναι έντονος και έχει προκαλέσει επιμόλυνση των βλαβών η χορήγηση κρέμας με διπλή δράση (αντιβιοτική και αντιφλεγμονώδη) έχει σαφή θέση. Παράδειγμα τέτοιων σκευασμάτων είναι οι συνδιασμοί φουσιδικού οξέος με υδροκορτιζόνη ή βηταμεθαζόνη. Επίσης θέση έχουν και καλλυντικές κρέμες με αντικνησμώδη δράση όπως Pruzax, Tefirax, LaRochePosayBaumeAPκ.ά.Δεύτερον, η άμεση χορήγηση κορτιζόνης από το στόμα δε συστήνεται καθώς έχει παρατηρηθεί ότι η κνίδωση υποτροπιάζει όταν αυτή διακοπεί. Μόνο αν μετά από λίγες ημέρες και παρά τη χορήγηση αντιισταμινικής αγωγής η κνίδωση παραμένει μπορεί να χορηγηθεί κορτιζόνη από το στόμα. Η παρεντερική χορήγηση κορτιζόνης δεν έχει θέση στην αντιμετώπιση της κνίδωσης.

Αντίθετα, η αντιμετώπιση της αναφυλαξίας είναι πιο πολύπλοκη και χρειάζεται εγρήγορση από τη μεριά του ασθενή και της οικογένειάς του. Αν υπάρχει θετικό ιστορικό, θα πρέπει ο αλλεργιολόγος να εκπαιδεύσει στην αναγνώριση νέας αναφυλαξίας και να χορηγήσει συγκεκριμένο πλάνο με τα βήματα που πρέπει να ακολουθηθούν. Επίσης ενημέρωση και εκπαίδευση πρέπει να έχουν και οι άμεσοι συγγενείς του ασθενούς, είτε πρόκειται για παιδί είτε όχι. Θα πρέπει λοιπόν πάντα μαζί με τον ασθενή να βρίσκονται τα ακόλουθα φάρμακα: αυτοενιέμενη αδρεναλίνη (Anapenjunior 150mg για παιδιά,Anapen 300mg για ενήλικες) η οποία χορηγείται άμεσα, στον τόπο της αντίδρασης μόλις αυτή αναγνωρισθεί ως αναφυλακτική. Υπενθυμίζεται ότι αναφυλακτική είναι η αντίδραση στην οποία συμμετέχουν 2 ή περισσότερα συστήματα και επομένως μία κνίδωση, όσο γενικευμένη κι αν είναι, αν δεν έχει συνοδά συμπτώματα(από το αναπνευστικό ή το γαστρεντερικό για παράδειγμα) δεν είναι αναφυλαξία. Αφού γίνει στον ασθενή η αδρεναλίνη, τότε αυτός κατευθύνεται στο πλησιέστερο κέντρο υγείας ή νοσοκομείο. Στο δρόμο για αυτό, χορηγείται δόση αντιισταμινικού (π.χ. χάπι ή σιρόπι δεσλοραταδίνης ή λεβοσετιριζίνης), κορτιζόνη από το στόμα (δόση μεθυλπρεδνιζολόνης ή πρεδνιζόνης ανάλογη με το σωματικό βάρος) και, αν συνυπάρχει συμπτωματολογία από το αναπνευστικό όπως βήχας ή συριγμός, χορηγούνται δύο εισπνοές σαλβουταμόλης μέσω ειδικής συσκευής.

 

Ποιος ο ρόλος του φαρμακοποιού όταν αντιμετωπίζει έναν ασθενή που παρουσιάζει παρόμοιες αλλεργικές αντιδράσεις; Τι μπορεί να τον συμβουλέψει;

Ο ρόλος του φαρμακοποιού είναι θεμελιώδης καθώς πάρα πολλές φορές (αν όχι όλες) αυτός έρχεται σε πρώτη επαφή με ασθενή ο οποίος εμφανίζει αλλεργικές αντιδράσεις.

Το βασικό, σύμφωνα με τα παραπάνω, που πρέπει να γίνει είναι να αναγνωρισθεί αν η αντίδραση είναι αμιγώς δερματική ή αναφυλακτική. Στην πρώτη περίπτωση καθησυχάζει τον ασθενή και την οικογένειά του, μπορεί να χορηγήσει αντιισταμινική αγωγή (κρέμα ή από του στόματος) και αποφεύγει την άσκοπη χορήγηση κορτιζόνης.

Αν αντίθετα αναγνωρίσει αναφυλαξία και δεν υπάρχει ιατρική βοήθεια, θα πρέπει να χορηγήσει αδρεναλίνη ενδομυικά 0,01ml/kg βάρους σώματος(από το διάλυμα της αμπούλας που έχει συγκέντρωση 1mg/ml) με όριο τα 0,3mlγια παιδιά και 0,5mlγια ενήλικες. Πιο απλά, με σύριγγα ινσουλίνης χορηγεί τόσες «γραμμές» όσα είναι τα κιλά του ασθενή (maximum30kgγια παιδιά, 50kgγια ενήλικες). Στη συνέχεια ακολουθεί το πλάνο που περιγράφηκε. Με τον τρόπο αυτό θα έχει αποτρέψει μια δυνητικά επικίνδυνη για τη ζωή του ασθενούς εξέλιξη.

Μετά από αυτά, θα πρέπει να παραπέμψει τον ασθενή σε αλλεργιολόγο. Εκείνος θα επιβεβαιώσει την αλλεργική φύση της αντίδρασης, θα τον ενημερώσει για τους κινδύνους που διατρέχει σε ενδεχόμενη επανέκθεσή του, θα αποτρέψει άστοχες παρεμβάσεις, θα του χορηγήσειφαρμακευτικό πλάνο και θα καταστρώσει, αν είναι εφικτό, σχέδιο σταδιακής απευαισθητοποίησης.

 

Η συνέντευξη αυτή δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “Φαρμακευτικός κόσμος”, τεύχος 135.

Dr. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΗΤΣΙΑΣ MD, PhD
Ηρώδου Αττικού 1, Πλατεία Δούρου
Χαλάνδρι | Τηλ: 210 6818110
Καλαβρύτων 29,
Τρίπολη | Τηλ: 2710 239079
Αλλεργιολόγος Παίδων & Ενηλίκων
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών
Διπλωματούχος Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Αλλεργιολογίας
& Κλινικής Ανοσολογίας [EAACI]
Επιστημονικός Συνεργάτης Νοσοκομείου
Παίδων "Π. & Α. Κυριακού"
Εξωτερικός Συνεργάτης Ιδιωτικής
Κλινικής "Μητέρα"
mail: info@mitsias-allergy.gr